Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Υλικό για θεματική

 Το ελληνικό γυναικείο κίνημα και η διεθνής του διάσταση
2. Οι διαφυλικές σχέσεις στην Αρχαιότητα

2.1 Η γυναίκα στην Προϊστορία

Σύμφωνα με τον Bachofen και Morgan η ύπαρξη μητριαρχικών κοινωνικών συστημάτων, στηρίζεται στη γυναικεία φύση και τη μητρότητα. Η γυναίκα λατρεύτηκε ως θεά της γονιμότητας λόγω της δυνατότητας της γυναίκας να γεννάει και της άγνοιας του αναπαραγωγικού ρόλου του άνδρα.  Η λατρεία για τη γονιμότητα είχε συνδεθεί με τη λατρεία της θεάς Πότνιας .
Τη σέβονταν και την εκτιμούσαν επειδή είχε ισχυρή θέση στην οικογένεια, επειδή μεγάλωνε και διαπαιδαγωγούσε τα παιδιά της, κάτι για το οποίο είχε την αποκλειστική φροντίδα. Η θέση που κατείχε είχε ενδυναμωθεί επίσης και για το λόγο του ότι ήταν σίγουρη ως μάνα των παιδιών που γεννούσε, ενώ ο πατέρας ήταν αμφισβητούμενος.  Επίσης βασικός παράγοντας για αυτήν τη θέση της γυναίκας ήταν και η συμμετοχή της στην παραγωγική διαδικασία (καλλιεργήτρια).  Από τη στιγμή που κατασκευάστηκε το άροτρο όλα άλλαξαν. Η γυναίκα δεν είχε  τη μυϊκή δύναμη που είχε ο άνδρας οπότε δεν ήταν ικανή να οργώνει και έτσι εμφανίστηκε η πατριαρχία. Με την επικράτηση του άνδρα αυτομάτως άλλαξε η θέση της γυναίκας-θεάς η οποία υποβιβάστηκε.  Από τη στιγμή αυτή, την ανατροφή των παιδιών την αναλάμβανε εξ ολοκλήρου η μητέρα, όπου και χάθηκε η παλαιότερη μυθοποίηση για το όνομά της .
Νεότεροι ερευνητές όμως αμφισβητούν αυτήν τη θεωρία και κάνουν λόγο για ύπαρξη μητρικού δικαίου ή μητρογραμμικής καταγωγής χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γυναίκες είχαν πολιτική ισχύ.



2.2 Η θέση της γυναίκας στο Μινωικό Πολιτισμό.

Οι γυναίκες μέλη του βασιλικού οίκου στο Μινωικό πολιτισμό, αναλάμβαναν ιερατικά καθήκοντα και είχαν ενεργό ρόλο στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τα ανάκτορα ήταν και χώροι ιεροί, μέσα στους οποίους οι βασιλείς τελούσαν και χρέη αρχιερέων και ασκούσαν την εξουσία στο όνομα μιας θεάς, της Θεάς Πότνιας, σύμβολο της γυναικείας δύναμης και δημιουργίας.  Στη μινωική περίοδο η θέση της γυναίκας ήταν σε πολύ καλύτερη θέση από τις μεταγενέστερες κοινωνίες.  Οι γυναίκες ήταν ελεύθερες να κυκλοφορούν, να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις του δημόσιου βίου και ελεύθερα να παρευρίσκονται σε δημόσια θεάματα.  Αυτή η ελευθερία των γυναικών δεν περιοριζόταν μόνο στις γυναίκες που ανήκαν στην υψηλή τάξη, αλλά αφορούσε όλες τις γυναίκες.  Τα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν για το Μινωικό πολιτισμό, αναφέρουν ότι πέρα από τη θρησκευτική εξουσία, οι γυναίκες μπορούσαν να έχουν και πολιτική εξουσία.

2.3 Η θέση της γυναίκας στο Μυκηναϊκό πολιτισμό

Η μυκηναϊκή κοινωνία διατηρούσε πολλά στοιχεία της μινωικής. Αποτέλεσε  όμως το μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο άρχισε η υποβάθμιση των γυναικών.  Στις Μυκήνες διαπιστώνεται ο διαχωρισμός των εργασιών σε ανδρικές και γυναικείες.  Οι γυναίκες ασχολούνταν με την υφαντική, την επεξεργασία των σιτηρών, τη φύλαξη και τη διανομή τους.
Οι γυναίκες των Μυκηνών αν και ήταν ελεύθερες στις μετακινήσεις τους και δεν είχαν τελείως αποκλεισθεί από την κοινωνική ζωή και τη θρησκευτική, ζούσαν σε μια περίοδο μεταβατική.  Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, οι χώροι στα ανάκτορα που προορίζονταν για γυναίκες, άρχισαν σταδιακά να είναι πιο απομονωμένοι σε σχέση με τους υπόλοιπους χώρους και συγκριτικά με τους αντίστοιχους της Μινωικής εποχής.

2.4 Η θέση της γυναίκας στην κλασική Αθήνα

Στην κλασική Αθήνα σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε ισοτιμία στις σχέσεις ανδρών και γυναικών. Αυτό το άδικο νομικό καθεστώς το οποίο στη σύγχρονη εποχή θεωρείται κατακριτέο, επικαλούνταν ως ορθό από τους αρχαίους κατά τον απλούστερο τρόπο. Ισχυρίζονταν δηλαδή πως η γυναίκα υστερούσε φυσικά, πνευματικά και ηθικά οπότε ήταν αδύναμη, με αποτέλεσμα να γίνεται ευάλωτη και τρωτή σε οποιοδήποτε εξωτερικό ερέθισμα, επομένως εύκολη λεία των επιτήδειων .
Σύμφωνα με το αρχαίο ελληνικό δίκαιο, η γυναίκα εθεωρείτο ανήλικη από τη στιγμή της γέννησής της έως το θάνατό της. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της βρισκόταν υπό συνεχή κηδεμόνευση και προστασία. Το ρόλο του κηδεμόνα /προστάτη είχε πάντοτε ένας άνδρας, στα πρώτα χρόνια της ζωής της ο πατέρας της, σε περίπτωση που δεν υπήρχε ο πατέρας, την κηδεμονία αναλάμβανε ο αδελφός της.  Όταν η γυναίκα παντρευόταν, απλώς άλλαζε κηδεμόνα. Δηλαδή, ενώ προ του γάμου βρισκόταν υπό την κηδεμονία του πατέρα της ή του μεγαλύτερου αδελφού της, από τη στιγμή που παντρευόταν περνούσε στην εξουσία του συζύγου της.  Στην περίπτωση όπου ο σύζυγος πέθαινε, αυτομάτως ο μεγαλύτερος υιός της γινόταν ο κηδεμόνας της. Εάν δεν υπήρχε υιός, τότε αναλάμβανε αυτόν το ρόλο ένας από τους κοντινότερους άρρενες συγγενείς της.
Η υποτίμηση της θέσης της γυναίκας στην Αρχαία Αθήνα εμφανίζεται από την πρώτη στιγμή της γέννησης της και την ακολουθεί σε όλα τα στάδια και τις εκφάνσεις της ζωής της.
Η πρώτη υποτίμηση ερχόταν με τη γέννηση της.  Όταν γεννιόταν ένα παιδί, οι γονείς συνήθιζαν να αφήνουν έξω από την οικία τους ένα αντικείμενο, στην περίπτωση όπου γεννιόταν αρσενικό παιδί τοποθετούσαν ένα στεφάνι ελιάς, επειδή οι νέοι αλείφονταν με λάδι όταν νικούσαν στους ολυμπιακούς αγώνες, στην περίπτωση όπου γεννιόταν ένα θηλυκό παιδί, τοποθετούσαν μαλλί για πλέξιμο.  Η επιλογή των συμβόλων αυτών υπογράμμιζε τη γυναικεία υποβάθμιση. Ύστερα από μία εβδομάδα από τη γέννηση του παιδιού, η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα μεγάλωνε το παιδί ή θα έπαιρνε το δρόμο της έκθεσης  (εγκατάλειψη δηλαδή του παιδιού στον δρόμο).  Η τελική απόφαση ήταν του πατέρα και η πλειοψηφία των θυμάτων αυτής της απάνθρωπης πρακτικής με σκοπό τον οικογενειακό προγραμματισμό, ήταν τα θηλυκά παιδιά .  Τα κορίτσια ήταν απαραίτητο να προικιστούν και εξάλλου τα αγόρια ήταν προορισμένα να αναλάβουν την οικογενειακή περιουσία.
Οι γυναίκες στην κλασική Αθήνα δε λάμβαναν μόρφωση και δε φοιτούσαν σε κάποιο σχολείο, όπως συνέβαινε με τους άνδρες. Η διδασκαλία που δέχονταν από τη μητέρα και την τροφό τους ήταν περιορισμένη στην εκμάθηση οικιακών εργασιών και φροντίδας του νοικοκυριού, έτσι ώστε αργότερα να είναι ικανές να φροντίζουν το  σύζυγο τους.  Ύστερα από το γάμο ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να διδάξει στη σύζυγο του τρόπους χρηστής συμπεριφοράς.  Ο Πλούταρχος χαρακτηριστικά αναφέρει: « Γιατί αν δεν δέχονται τα σπέρματα των χρηστών λόγων ούτε παίρνουν μόρφωση από τους άνδρες και μένουν μόνες τους, θα φέρνουν μέσα τους πολλές άχρηστες και φαύλες σκέψεις και πάθη». Οι αρχαίοι πίστευαν, ότι η εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης στις γυναίκες, αύξανε την έμφυτη κακία τους και τη διαφθορά τους και επιπλέον δεν τη χρειάζονταν, αφού ήταν προορισμένες για οικιακές εργασίες.
Ένα επιπλέον δείγμα υποτίμησης της γυναίκας είναι ο περιορισμός της στο σπίτι και στους  γυναικωνίτες, όπου φυλάσσεται από τη μητέρα της έως ότου παντρευτεί, όπου στη συνέχεια μετακομίζει στο γυναικωνίτη του νέου σπιτιού της, με φύλακα το σύζυγο της  ή γυναικονόμους ή ακόμα και σκύλους . Δυνατότητες εξόδων εκτός σπιτιού δίνονταν στις γυναίκες σε θρησκευτικές εορτές, κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς και θεατρικές παραστάσεις.  Οποιαδήποτε άλλη έξοδος ήταν κατακριτέα.
Με το γάμο της η Αθηναία εγκαταλείπει το γυναικωνίτη του πατρικού σπιτιού και εγκαθίσταται για την υπόλοιπη ζωή της, στο γυναικωνίτη του συζυγικού της οίκου. Για τον Αριστοτέλη ιδανική ηλικία γάμου εθεωρείτο για τους άνδρες το 37ο έτος και για τις γυναίκες το 18ο. Η συνηθέστερη ηλικία όμως κατά την οποία η γυναίκα παντρευόταν ήταν 14 χρονών.  Ο γάμος δε θεμελιωνόταν πάνω σε αμοιβαία αισθήματα αγάπης. Η επιλογή συζύγου μπορούσε να γίνει μόνο από τον άνδρα σε συνεργασία με τους γονείς της γυναίκας.  Η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα επιλογής συντρόφου. Κλεισμένες διαρκώς στο γυναικωνίτη οι γυναίκες δεν μπορούσαν  να γνωρίσουν τους μέλλοντες συζύγους τους. Η διαδικασία της γνωριμίας και της φυσικής έλξης μεταξύ των μελλοντικών συζύγων αντικαθίστατο από τη συμφωνία του πατέρα της νύφης με τον υποψήφιο γαμπρό. Επίσης σε άλλες περιπτώσεις ο πατέρας επέλεγε τη σύζυγο για το γιο του.
 Στη σημερινή εποχή ο σκοπός του γάμου έγκειται στην αρμονική συμβίωση των δύο φύλων οι οποίοι έχουν αμοιβαία αισθήματα αγάπης και γίνεται ύστερα από κοινή απόφαση. Ωστόσο στην αρχαιότητα ο βασικός σκοπός του γάμου ήταν  η τεκνοποιία και το άθροισμα των περιουσιών των μελλοντικών συζύγων.
Η προίκα ήταν ένα αναγνωρισμένο δικαίωμα αλλά και απαραίτητη στη γυναίκα, διότι χωρίς προίκα δεν μπορούσε να τελεστεί γάμος παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις.  Στην περίπτωση όπου ο πατέρας της γυναίκας πέθαινε και δεν είχε αδέλφια, η γυναίκα ονομαζόταν επίκληρος και ήταν υποχρεωμένη να παντρευτεί τον κοντινότερο συγγενή της.  Στην περίπτωση όπου το ζευγάρι δεν αποκτούσε παιδιά, ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να διώξει τη γυναίκα του ανεξάρτητα από το ποιος δεν ήταν ικανός για τεκνοποίηση.
Από τη στιγμή που παντρευόταν η Αθηναία αφοσιωνόταν στο σπίτι της για όλη της τη ζωή. Τρία ήταν τα βασικά καθήκοντά της: 1) να γεννήσει παιδιά στην οικογένειά του συζύγου της και να τα μεγαλώσει, 2) να εκτελεί τις οικιακές εργασίες, 3)  και να επιβλέπει το υπηρετικό προσωπικό.
Η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να παίρνει μέρος στις κοινωνικές δραστηριότητες και στην ψυχαγωγία του άνδρα καθώς επίσης δε γνώριζε τους φίλους του. Σε όποιους χώρους συγκεντρώνονταν οι άνδρες, οι γυναίκες δεν παρουσιάζονταν. Στα συμπόσια όπου οι άνδρες μπορούσαν να συνευρίσκονται ερωτικά με εταίρες, η παρουσία των γυναικών ήταν απαγορευμένη.
Ο έντονος αυτός περιορισμός αναφέρεται στις Αθηναίες γυναίκες με πλούσια καταγωγή.  Υπήρχαν κατηγορίες γυναικών που είχαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, όπως οι φτωχές γυναίκες, οι οποίες ήταν αναγκασμένες να εργάζονται και έτσι μπορούσαν να βγουν εκτός της οικίας τους.
Εκτός βέβαια από τις νόμιμες, είτε φτωχές είτε πλούσιες γυναίκες στην αρχαιότητα, υπήρχε και μια άλλη κατηγορία γυναικών οι παλλακίδες και οι ιερόδουλες. Οι παλλακίδες (εταίρες) ήταν οι μόνες «ελεύθερες» γυναίκες και ζούσαν κοντά σε σπουδαίους άνδρες. Ανήκαν στην τάξη των μετοίκων ή κατάγονταν από γονείς ξένους, Ίωνες κυρίως. Σύμφωνα με τον Αθηναϊκό νόμο του 451 - 450 π.Χ. ο γάμος Αθηναίου με γυναίκα της οποίας ο πατέρας δεν είχε πολιτικά δικαιώματα δεν εθεωρείτο νόμιμος.  Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα ο Αθηναίος είχε το δικαίωμα να έχει μια ημινομική σχέση, ελεύθερο δεσμό παράλληλα με το γάμο, την παλλακεία. Ένας Αθηναίος ρήτορας μιλάει για τη διάσταση αυτού του «προβλήματος» της εποχής του : «Έχομε τις παλλακίδες για την απόλαυση και τις συζύγους για να μας δίνουν νόμιμα τέκνα και να είναι πιστοί φύλακες του οίκου». Επειδή οι παντρεμένες γυναίκες δεν μορφώνονταν τον 5ο αιώνα, δεν κρίνονταν ικανές για συζητήσεις περί φιλοσοφίας, πολιτικής, τέχνης κ.α. Υπερίσχυε η συνήθεια, η εξωσυζυγική σχέση, να μη θεωρείται απλώς μια ερωτική σχέση, αλλά ένας συνδυασμός του έρωτα και της πνευματικής καλλιέργειας. Οι εταίρες, κόρες κυρίως της Ιωνίας αλλά και της Αθήνας, όχι όμως καλών οικογενειών, ήταν μορφωμένες λόγω του ότι συναναστρέφονταν με σοφιστές και φιλοσόφους και έτσι μπορούσαν να συμμετάσχουν στις συζητήσεις των ανδρών. Επίσης πολλές εταίρες συζούσαν με ποιητές, καλλιτέχνες και μάθαιναν μουσική και χορό. Ορισμένες ήταν φημισμένες όπως η «Μάτα Χάρι» της εποχής, δηλαδή η Θαργηλία. Η Φρύνη, ύστερα από την καταστροφή των Θηβών, πρότεινε στους Θηβαίους να ανοικοδομήσει την πόλη με δικά της χρήματα με την προϋπόθεση να αναγραφόταν η ευεργετική της προσφορά σε μια επιγραφή. Οι Θηβαίοι ωστόσο αρνήθηκαν επειδή το θεωρούσαν αυτό ατιμωτικό. Η Θαΐς οδήγησε τον Μ. Αλέξανδρο στην απόφαση της πυρπόλησης των ανακτόρων της Περσέπολης. Η Ασπασία η Μιλησία, η αγαπημένη σύντροφος του Περικλή τον οδήγησε στο χωρισμό από τη νόμιμη σύζυγό του και προκάλεσε την οργή των Αθηναίων.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην κλασική Αθήνα υπήρχαν και νεαροί άνδρες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε ευκατάστατες, μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες με σκοπό την αμοιβή χρηματικού ποσού.
Για την αρχαία κοινωνία η ιερόδουλη ήταν πρόσωπο ιερό.  Αναφέρεται ότι σε κρίσιμες στιγμές της πολιτείας οι έλληνες ζητούσαν από τις ιερόδουλες να προσευχηθούν δημοσίως για τη σωτηρία των Ελλήνων. Οι ιερόδουλες ήταν ιέρειες της Αφροδίτης που έπρατταν ιεροτελεστίες αφιερωμένες στη λατρεία του Πριάπου και του Φαλλού και λάμβαναν μέρος στα Ελευσίνια μυστήρια.  Μέσα στο ναό της Αφροδίτης γινόταν πορνεία με χαρακτήρα θρησκευτικό .

2.5 Η θέση της γυναίκας στην Αρχαία Σπάρτη

Η ζωή της γυναίκας όμως στη Σπάρτη διέφερε αρκετά από τη ζωή της Αθηναίας.  Οι εργασίες στη Σπάρτη γίνονταν από τους είλωτες και έτσι οι σπαρτιάτισσες δεν ήταν υποχρεωμένες να εργάζονται. Η δομή αυτή της Σπαρτιατικής κοινωνίας επέτρεπε στους ομοίους να ασχολούνται μόνο με τη στρατιωτική τους εκπαίδευση και τα κοινά. Οι σπαρτιάτισσες λόγω της υψηλής κοινωνικής θέσης που κατείχαν δεν περνούσαν τις ημέρες τους, γνέθοντας και υφαίνοντας μέσα στους γυναικωνίτες όπως έκαναν οι γυναίκες της Αθήνας. Αντίθετα, από μικρή κιόλας ηλικία, οι γυναίκες στη Σπάρτη γυμναζόταν  στις παλαίστρες και στα στάδια, συμμετείχαν σε τελετές με αθλητικό χαρακτήρα και ήταν γνωστές για τις αθλητικές τους επιδόσεις.  Αυτό εκφράζει εν μέρει την αντίληψη του νομοθέτη για την ευγονία και προσδιορίζει την ουσιαστική θέση της γυναίκας στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, σαν εργαλείο αναπαραγωγής ανδρών ικανών να υπερασπίσουν την άμυνα της πόλης.
Η εσωτερική δομή της Σπαρτιατικής οικογένειας ήταν και αυτή διαφορετική από αυτήν της Αθηναϊκής. Ο γάμος εδώ γινόταν με αρπαγή της νύφης και έμενε κρυφός, μέχρι ο σύζυγος να φτάσει την ηλικία των 30 ετών όπου και εγκατέλειπε το στρατώνα. Η παντρεμένη γυναίκα κουρευόταν, φορούσε ανδρικά ρούχα και μεταφερόταν στο σπίτι του γαμπρού . Πιθανολογείται, ότι η γνώμη της στην επιλογή του συζύγου δεν έπαιζε και εδώ κανένα ρόλο, αφού ο σύζυγος μπορούσε να τη μοιράζεται με τα αδέλφια του, να την παραχωρεί σε κάποιον τρίτο, που ήθελε να αποκτήσει μαζί της γερά παιδιά, ή ακόμη και να την υποχρεώνει να τεκνοποιεί με κάποιον νεότερό του, προκειμένου να αποκτήσει από αυτήν απογόνους . Με αποτέλεσμα η μοιχεία να μην αντιμετωπίζεται όπως στο Αθηναϊκό δίκαιο ιδιαίτερα όταν σκοπός της ήταν η αναπαραγωγή παιδιών τα οποία αποτελούσαν ιδιοκτησία της πόλης.  Η ποινή για τη μοιχεία στη Σπάρτη  ήταν η καταβολή χρηματικού ποσού .
Όσον αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα, η πατρούχος , κληρονομούσε τον πατρικό κλήρο και είχε δικαίωμα της ιδιοκτησίας, μάλιστα ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι τα δύο πέμπτα της σπαρτιάτικης γης, ανήκαν σε γυναίκες, πράγμα που της επέτρεπε να ζει με αταξία και πολυτέλεια και πιθανόν μέσω της περιουσίας της να ασκούσε κάποια επιρροή στο πολιτικό γίγνεσθαι της πόλης.
Παρόλα αυτά, ο αποκλεισμός των γυναικών από το δημόσιο βίο της πόλης είναι κοινό γνώρισμα όλων των πολιτικών συστημάτων. Η Σπαρτιάτισσα αποκλειόταν  από τις πολιτικές αποφάσεις που καθόριζαν την τύχη της πόλης της και παρότι ενίοτε ξέφευγε από την πατρική ή τη συζυγική κηδεμονία, η πολιτική δεν έπαυε να αποτελεί για τη Σπάρτη «έναν κλειστό χώρο, όπου οι άνδρες προσαρμόζονταν στους πολιτιστικούς κανόνες της κοινότητας» . Χαρακτηριστικό της αγωγής των κοριτσιών στη Σπάρτη ήταν ο γυναικείος αθλητισμός και η ισάξια συμμετοχή τους στα γυμνάσια μαζί με τα αγόρια. Χαρακτηριστικά είναι τα Ήραια, Ολυμπιακοί αγώνες στους οποίους συμμετείχαν κορίτσια, χωρισμένα σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την ηλικία τους - παιδική, εφηβική και νεανική - με λυτά μαλλιά και κοντό χιτώνα που άφηνε γυμνό το δεξιό ώμο τους ως το στήθος τους.  Έτσι λοιπόν οι Σπαρτιάτισσες δεν ήταν υποχρεωμένες να περάσουν τη ζωή τους κλεισμένες σε ένα γυναικωνίτη αλλά μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερες.
Μέσα από τη συμμετοχή τους στις θρησκευτικές τελετουργίες και στον αθλητισμό, οι Σπαρτιάτισσες απολάμβαναν την ισοτιμία, που στερούνταν στους υπόλοιπους τομείς της δημόσιας ζωής. Καθώς δε οι θρησκευτικές τελετές στη Σπάρτη είχαν και αθλητικό χαρακτήρα, οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά επιδεικνύοντας τις αθλητικές τους επιδόσεις. Μέρος της εκπαίδευσης των μικρών κοριτσιών ήταν και οι τελετουργικοί χοροί και τα τραγούδια,  που οι νεαρές εκτελούσαν στα ιερά της Λακωνίας .

2.6 Η γυναίκα στη μυθολογία.

Η θέση των δύο φύλων και στη μυθολογία δεν είναι ισότιμη, βέβαια φαίνεται ότι είναι πιο ευνοϊκή σε σχέση με την τότε πραγματική ζωή.
Η γνώση για τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων προέρχεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία και κυρίως από τα ομηρικά έπη. Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου είναι οι εξής: ο Δίας, ο αρσενικός θεός ο οποίος είναι ο ισχυρός αφέντης όλων των όντων, θνητών και θεών. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η προστάτιδα του νόμιμου γάμου, η Άρτεμις, η θεά του κυνηγιού, η Αθηνά, η θεά της Σοφίας, ο Απόλλων, ο θεός της μουσικής, ο Άρης, ο θεός του πολέμου, η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς, η Δήμητρα, η θεά της γεωργίας, ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών, η Εστία, η θεά της οικογένειας, ο Ήφαιστος, ο θεός των ηφαιστείων, ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, και ο Άδης, ο θεός του κάτω κόσμου .
Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου λειτουργούσαν  ως προέκταση του πόθου των ανθρώπων για συμπεριφορές και πράξεις, που οι ίδιοι δεν τολμούσαν να κάνουν πραγματικότητα. Οι θεοί παρουσιαζόταν με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, με αδυναμίες και πάθη στις σχέσεις τους, οι οποίες αντικατοπτριζόταν στις διαφυλικές σχέσεις  της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας.
Ο Δίας αντιπροσωπεύει το ισχυρό αρσενικό με την αστείρευτη σεξουαλική ικανότητα του, που δεν περιορίζεται μόνο σε θηλυκά, αλλά και σε νεαρά αγόρια και φαίνεται ότι αποτελεί έπαινο για αυτόν, η έντονη σεξουαλική δραστηριότητα σε αντίθεση με τη θεά Αφροδίτη, θεά του έρωτα, η οποία παρόλη την έντονη σεξουαλική δραστηριότητα δεν έχει το δικαίωμα να επαινείται για αυτό, ούτε να μιλά. Η άπιστη συμπεριφορά της γυναίκας είναι κατακριτέα τόσο για τις θεές όσο και για τις θνητές.
Στα πρόσωπα των θεών προβάλλονται οι διάφορες πτυχές της γυναικείας φύσης.  Στο πρόσωπο της θεάς Αφροδίτης, προβάλλεται η γυναικεία ομορφιά που αποτελεί πειρασμό για τους άνδρες, καθώς και η άπιστη γυναίκα, που προκαλεί διαμάχες μεταξύ ανδρών. Η Αθηνά, η Άρτεμις και η Εστία ενσαρκώνουν το πρότυπο της παρθενίας, που ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στα ομηρικά χρόνια αλλά και αργότερα.
Στο πρόσωπο της Ήρας, ενσαρκώνεται το πρόσωπο της γυναίκας ως η νόμιμη και πιστή σύζυγος .  Φαίνεται, ότι στα Ομηρικά χρόνια η θέση της γυναίκας ήταν πιο ευνοϊκή από τη θέση που είχε στην Κλασική Αθήνα παρόλα αυτά οι διαφορές είναι ελάχιστες και οι άνδρες και στη μυθολογία και στην Ομηρική κοινωνία έχουν την εξουσία στα χέρια τους.

3. Οι διαφυλικές σχέσεις στο Βυζάντιο

Η θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο άλλαξε προς το καλύτερο σε σύγκριση με την αρχαία Ελλάδα.  Το Βυζάντιο ήταν η πρώτη μεσαιωνική χώρα της Ευρώπης.  Από τα πρώτα χρόνια η χριστιανική ιδεολογία, κήρυττε την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα των ανθρώπων, ανεξάρτητα από φυλή, φύλο, οικονομικό επίπεδο και εκπαιδευτικό. Με τη χριστιανική διδασκαλία για την ισότητα και τη βελτιωμένη νομοθεσία παρατηρήθηκαν κάποιες θετικές αλλαγές για τη γυναίκα, στην ουσία όμως και στο βυζάντιο, η γυναίκα αντιμετωπιζόταν ως κατώτερη του άνδρα.
Το Βυζάντιο ήταν μια πατριαρχική κοινωνία και η γυναίκα άνηκε στον άνδρα της. Ως γεγονός αδιαμφισβήτητο, η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία ήταν κατώτερη από τη θέση του άνδρα σύμφωνα με τη βυζαντινή νομοθεσία. Αυτό υπάρχει ως αναφορά στα περισσότερα γενικά εγχειρίδια βυζαντινής ιστορίας και στα ακλόνητα και μεμονωμένα παραδείγματα γυναικών, όπως η Θεοδώρα του Ιουστινιανού ή η Άννα η Κομνηνή, αποδεικνύει, γι' ακόμη μια φορά, πως η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ο Pιvot de paris τον ΙΔ΄ αιώνα λέει, ότι η γυναίκα πρέπει να μιμείται τη συμπεριφορά του σκύλου προς το αφεντικό, έτσι ώστε να αρέσει στον άνδρα.
Οι γυναίκες είχαν λιγότερα δικαιώματα από τους άνδρες και η συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή ήταν περιορισμένη.  Οι γυναίκες όφειλαν να κυκλοφορούν όσο το δυνατόν λιγότερο και η αμφίεση τους έπρεπε να καλύπτει όλα τα σημεία του σώματος και να αποκρύπτει το πρόσωπο σε ξένους. Τα κορίτσια ήταν συνηθισμένο να παντρεύονται σε ηλικία 12-13 χρονών και τα αγόρια 14. Ο γάμος αντιμετωπιζόταν ως ιερό μυστήριο με σκοπό την τεκνοποίηση και η προίκα ήταν απαραίτητη.  Η επιλογή συζύγου γινόταν με οικονομικά κριτήρια και στις περισσότερες περιπτώσεις με απόφαση του πατέρα.  Πριν το μυστήριο του γάμου, προηγείτο, ο αρραβώνας έτσι ώστε να προληφθούν ενδεχόμενες μελλοντικές επιθυμίες της νύφης.  Η εκκλησία σύμφωνα με το ευαγγέλιο επέτρεπε το διαζύγιο για λόγους μοιχείας, μίσους που μπορούσε να φθάσει την δολοφονία και ανίατες αρρώστιες για τα δεδομένα της εποχής, όπως λέπρα.  Ο νόμος επέτρεπε και στη γυναίκα να ζητήσει διαζύγιο στις περιπτώσεις που ο άνδρας της ήταν ανίκανος, μάγος, ιερόσυλος, ληστής, βάναυσος ή αν την κατηγορούσε για μοιχεία χωρίς αποδείξεις. Ο σύζυγος μπορούσε να ζητήσει διαζύγιο σε περιπτώσεις μοιχείας, ανυπακοής της γυναίκας (πχ να παρευρεθεί σε θεατρική παράσταση χωρίς την άδεια του), αν ήταν στείρα και αν είχε βγει έξω με ακάλυπτο το κεφάλι.
Η πολιτεία τιμωρούσε τη μοιχεία με σκληρές ποινές για την εποχή μας και στα δύο φύλα.  Η μοιχεία ετιμωρείτο με θάνατο, αποκοπή μύτης ή μαστού.  Σε πολλές περιπτώσεις μοιχών γυναικών, ακολουθούσε δημόσια αποδοκιμασία όπως περιφορά της γυναίκας πάνω σε γάιδαρο.  Φαίνεται να υπήρχε μια σχετικά ισότιμη απονομή δικαιοσύνης στα δύο φύλα για το ίδιο παράπτωμα, όμως ο μοιχός σύζυγος αν το δεχόταν η σύζυγος πίσω, επέστρεφε στο σπίτι του, όμως στη γυναίκα δεν επιτρεπόταν και έτσι αναγκαζόταν να αποσυρθεί σε μοναστήρι.  Επίσης ύστερα από τη διάλυση του γάμου ο άνδρας ήταν επιτρεπτό να ξαναπαντρευτεί σε αντίθεση με τη γυναίκα, που εθεωρείτο μοιχαλίδα.  Η βία κατά της γυναίκας δεν ήταν επιτρεπτή από την πολιτεία και την εκκλησία, αλλά κατά το εθιμικό δίκαιο οι άνδρες είχαν το δικαίωμα να δέρνουν τις συζύγους χωρίς όμως να τις σκοτώσουν .
Μια σημαντική βελτίωση για την πορεία της γυναίκας στην ιστορία ήταν η δυνατότητα της να εκπαιδευτεί.  Βέβαια η δυνατότητα να φοιτήσει ένα κορίτσι στο σχολείο φαίνεται ότι ήταν προσόν μόνο των πλούσιων οικογενειών.  Τα κορίτσια χαμηλού οικονομικού και κοινωνικού επίπεδου παρέμεναν αναλφάβητα. Μόλις το 16% των γυναικών γνώριζαν γραφή και ανάγνωση.
Μία ακόμα σημαντική αλλαγή είναι, ότι η βυζαντινή γυναίκα μπορούσε να εργαστεί, βέβαια, η μόνη ηθικά αποδεκτή εργασία για τη γυναίκα ήταν η κατασκευή του αναγκαίου ρουχισμού για το σπίτι και την οικογένεια της.  Μερικά από τα επαγγέλματα που μπορούσε να ασκήσει ήταν το εμπόριο (αρτοπώλις, ιμματιοπράτισα, οπορωπώλις) η διεύθυνση γυναικείων λουτρών και κομμωτηρίων, η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, ακόμα και η ηθοποιία, επάγγελμα βέβαια που δεν εθεωρείτο τιμητικό στη βυζαντινή εποχή για μία γυναίκα.
Στο Βυζάντιο υπήρξαν κάποιες γυναίκες αυτοκράτειρες, γυναίκες - ηγετικές μορφές, γυναίκες ιατροί: από τους πρώτους αιώνες της ζωής του ως και την Άλωση το 1453, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας υπήρχαν υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και περίθαλψης, όπου σε αυτές συμμετείχαν ενεργά γυναίκες. Αναφέρουμε ένα σημαντικό παράδειγμα: το νοσοκομείο του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα, στο οποίο υπήρχε μια γυναίκα ιατρός και τέσσερις γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί. Επίσης εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός, πως οι γυναίκες του Βυζαντίου δεν εθεωρούντο ανίκανες να κατέχουν το ύψιστο αξίωμα του κράτους, επειδή ήταν γυναίκες. Αναφέρουμε πέντε σημαντικά γυναικεία ονόματα - πέντε Αυτοκράτειρες, οι οποίες κυβέρνησαν μόνες τους ,δίχως να έχουν άνδρα στο πλευρό τους- δίχως να εναντιωθεί κανείς γι’ αυτό επειδή ήταν γυναίκες. Πρόκειται για τη Ζωή (914-919), την Ειρήνη (797-802), τις Θεοδώρα και Ζωή (1042) και τη Θεοδώρα (1054-1056). Οι πέντε προαναφερόμενες περιπτώσεις αρχοντισσών και γυναικών της ανώτατης αριστοκρατίας, κατείχαν μια αναβαθμισμένη θέση στη βυζαντινή κοινωνία, ωστόσο η σχέση του τρόπου ζωής μιας βυζαντινής αρχόντισσας με τον τρόπο ζωής μιας βυζαντινής γυναίκας της μεσαίας και κατώτερης τάξης διέφερε, αφού οι γυναίκες βρίσκονταν στο περιθώριο και δεν συμμετείχαν καθόλου στην πολιτική και κοινωνική δράση της εποχής τους.
Μία ξεχωριστή φυσιογνωμία ήταν η Άννα η Κομνηνή, ίσως και η πρώτη γυναίκα πεζογράφος της Μεσαιωνικής Ευρώπης μία από τις λίγες γυναίκες συγγραφείς του μεσαίωνα, η οποία εξέφρασε απόψεις που για την εποχή της εθεωρούντο αρκετά προοδευτικές και χαρακτήριζαν και αρκετές από τις γυναίκες της τάξης της. Όσον αφορά τις δραστηριότητες γυναικών, οι οποίες δεν ήταν τόσο γνωστές και κυρίως των ανωνύμων γυναικών της μεσαίας και κατώτερης τάξης, είναι γεγονός πως η δράση τους ήταν σημαντική και δυναμική, κυρίως κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων και κατά την Εικονομαχία. Σε τόσο δύσκολες κοινωνικές συνθήκες μεγάλος αριθμός γυναικών, αναλάμβανε δράση εκτός σπιτιού συμμετέχοντας έντονα στα κοινά και στα γεγονότα που διαδραματιζόταν  στην εποχή τους.  Επίσης οι Βυζαντινές γυναίκες παρ' όλες τις απαγορεύσεις  της βυζαντινής κοινωνίας, όταν η χώρα τους κινδύνευε από εξωτερικούς παράγοντες συμμετείχαν στην άμυνα, όχι παθητικά με την προσευχή, αλλά ενεργητικά. Αναφέρονται δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.  Το 726 γυναίκες λαϊκές αλλά και μοναχές διαμαρτυρήθηκαν έντονα να μην αντικατασταθεί η εικόνα του Χριστού που βρισκόταν στην Χαλκή Πύλη με ένα σταυρό.  Όταν το 1402 υπήρξε κίνδυνος να απομακρυνθεί από το θρόνο η αυτοκράτειρα Ζωή απείλησαν να κάψουν το παλάτι.

4. Η γυναίκα στο Χριστιανισμό

«Θέλω δε να εξεύρητε, ότι η κεφαλή παντός ανδρός είναι ο Χριστός. κεφαλή δε της γυναικός, ο ανήρ. κεφαλή δε του Χριστού ο Θεός. Πάσα δε  γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα με την κεφαλήν ασκεπή, καταισχύνει την κεφαλήν εαυτής. Διότι ο μεν ανήρ δεν χρεωστεί να καλύπτη την κεφαλήν αυτού, επειδή είναι εικών και δόξα του Θεού. η γυνή είναι δόξα του ανδρός. Διότι ο ανήρ δεν είναι εκ της γυναικός αλλά η γυνή εκ τους ανδρός. επειδή δεν εκτίσθη ο ανήρ δια την γυναίκα, αλλ΄ η γυνή δια τον άνδρα»  .
Ο χριστιανισμός είναι μία θρησκεία που μιλά για αγάπη και ισότητα όλων των ανθρώπων.  Η θέση της γυναίκας στο χριστιανισμό θα μπορούσε να πει κανείς, ότι είναι αρκετά ευνοϊκή σε σχέση με άλλες θρησκείες, όπως πχ μουσουλμανισμός. Παρόλα αυτά στη Χριστιανική ορθοδοξία, η γυναίκα διαφέρει από τον άνδρα και μάλιστα η διαφορά αυτή συνδέεται με την κατωτερότητα της γυναίκας προς τον άνδρα. Εξάλλου ο άνδρας θεωρείται άνθρωπος και η γυναίκα βοηθός του άνδρα, ενώ σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσση η γυναίκα είναι σκεύος, κτήμα του άνδρα . Η γυναίκα δημιουργήθηκε από τον άνδρα, για να του κρατάει συντροφιά και να τον βοηθάει και για αυτό οφείλει να είναι υποταγμένη σε αυτόν. Η σχέση του Χριστού με την Εκκλησία υποδηλώνει τη σχέση του άνδρα και της γυναίκας, βάσει της οποίας η γυναίκα είναι κατώτερη και υποταγμένη στον άνδρα. «Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας σας ως εις τον Κύριον. διότι  ο ανήρ είναι κεφαλή της γυναικός καθώς και ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας, και αυτός είναι σωτήρ του σώματος. Αλλά καθώς η εκκλησία υποτάσσεται εις τον Χριστόν, ούτω και αι γυναίκες ας υποτάσσονται εις τους άνδρας αυτών κατά πάντα»
Είναι φανερό, ότι σε πολλά κομμάτια της καινής διαθήκης, η θέση της γυναίκας παρουσιάζεται κατώτερη του άνδρα, ένα επιπλέον χαρακτηριστικό είναι ότι στον ορθόδοξο χριστιανισμό οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα να γίνουν ιερωμένες ή κληρικοί.
Παρόλα αυτά, διαβάζοντας τις γραφές η γυναίκα φαίνεται να έχει ενεργό ρόλο στην ορθόδοξη εκκλησία και να αντιμετωπίζεται ανθρώπινα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η μεγάλη αναφορά που γίνεται στην Παναγία, η οποία είναι η μητέρα του Χριστού, οι ίδιες τιμές που δίνονται σε άγιους άνδρες δίνονται και σε άγιες γυναίκες.  Επιπλέον στην Καινή διαθήκη, η πρώτη αποκάλυψη του Ιησού μετά από την Ανάσταση γίνεται σε γυναίκα, ο Ιησούς προστατεύει αμαρτωλή γυναικά από λιθοβολισμό με τον ίδιο τρόπο που προστατεύει όλους τους αδικημένους. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες από τις πράξεις των Αποστόλων για γυναίκες που μετέχουν στο αποστολικό έργο .

5. Η Ελληνίδα γυναίκα στον πόλεμο

Η γυναίκα σε περίοδο πολέμου πάντα υφίσταται τις ολέθριες συνέπειες στο σώμα της, στην ίδια της την ύπαρξη, στους μηχανισμούς της επιβίωσης. Ήδη από τα ομηρικά χρόνια, οι γυναίκες πονούν ως μάνες, ως σύζυγοι, ως αδελφές και ως κόρες στα χρόνια του πολέμου. Βέβαια, σε εξαίρετες περιπτώσεις βλέπουμε τη δράση των γυναικών σε καιρό πολέμου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ξένο κατακτητή, όπως συνέβη τόσο στην Ελληνική Επανάσταση όσο και στον πόλεμο του ’40, με αυταπάρνηση.
Η συμμετοχή της γυναίκας στην επανάσταση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποφασιστική, ο κύριος πρωταγωνιστής που μάχεται είναι ο άνδρας, όμως σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι γυναίκες ξεχώρισαν για την γενναιότητα τους και τη μαχητικότητα που επέδειξαν για την προστασία της πατρίδας τους.  Αναφέρονται μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι οι σχέσεις των φύλων ήταν διαφορετικές απ΄ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη. Οι άνδρες σέβονταν τις γυναίκες τους και σε κρίσιμες περιστάσεις συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους.
Οι Σουλιώτισσες υφίσταντο τους περιορισμούς που ίσχυαν για τις γυναίκες στις ανδροκρατούμενες περιοχές, όμως συμμετείχαν ενεργά στην εργασία για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας αλλά και σε επιδρομές εναντίον του εχθρού για την προστασία του τόπου τους. Άφθονες είναι οι μαρτυρίες για τη σύμπραξη των γυναικών στις επιδρομές και την πολεμική δράση των Σουλιωτών είτε ως άμεσων πρωταγωνιστών στον ανταρτοπόλεμο και τις επιθέσεις, είτε ως επικουρικών σωμάτων για τη μεταφορά τροφίμων και τραυματιών .
Στο σπίτι οι Σουλιώτισσες είχαν τον πρώτο λόγο και πολλές φορές έπαιρναν μέρος σε πολεμικά συμβούλια.  Η Σουλιώτισσα είχε μια ξεχωριστή δυναμική, από τη μία πλευρά η μητρότητα και από την άλλη η ενεργή συμμετοχή της σε επιθέσεις, της έδινε κεντρικό ρόλο.  Σε πολλές περιπτώσεις απουσίας ή θανάτου, την αρχηγεία της οικογένειας λάμβανε η γηραιότερη συγγενής του άνδρα που έλειπε, διαφορετικά αναγνωριζόταν ως αρχηγός ο μεγαλύτερος αδελφός του θανόντα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο γνωστός «Χορός του Ζαλόγγου» που οι γυναίκες προτίμησαν το θάνατο από το να παραδοθούν.  Παρόμοια περίπτωση είναι της Δέσπω Σέχου-Μπότση, η οποία προκείμενου να μην παραδοθεί στον Αλή Πασά προτίμησε να πυρπολήσει τον πύργο στον οποίο βρισκόταν η ίδια και η οικογένεια της.  Ξεχωριστή προσωπικότητα είναι η Μόσχω Τζαβέλα, η οποία θυσίασε τον γιο της από την αγάπη της για την πατρίδα.  Η Ελένη Κίτσου Μπότσαρη, η οποία για να μη συλληφθεί από τους Τούρκους, άφησε να παρασυρθεί στο ρέμα.  Ακόμα η Δέσπω Τζαβέλα, η οποία αναφέρεται ότι είχε το βαθμό του Ταγματάρχη και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Νεάπολης το 1805 κατά του Ναπολέοντα.
Οι Μεσολογγίτισσες καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα και στην περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών.  Στις 10/4/1826 στην ηρωική έξοδο ακολούθησαν και οι γυναίκες με ανδρική ενδυμασία, με ένα σπαθί στο χέρι και με τα παιδιά τους στην αγκαλιά.  Πολέμησαν ισάξια με τους άνδρες, πολλές χάθηκαν στη μάχη, άλλες αιχμαλωτίστηκαν και άλλες σώθηκαν.
Στη νησιωτική Ελλάδα οι γυναίκες πολέμησαν, βασανίστηκαν και θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση, όπως στις σφαγές στη Χίο, στην καταστροφή της Κάσου, των Ψαρών, στη λεηλασία της Εύβοιας οι γυναίκες έδειξαν θάρρος ακόμα και αν έπρεπε να βάλουν σε δεύτερη θέση τους μητρικούς και συζυγικούς τους ρόλους.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται, η περίπτωση της Αγγελικής Τσάκαλη που χώρισε τον άνδρα της επειδή φοβήθηκε και το έσκασε από το Πυρπολικό του.
Δύο από τις πιο σημαντικές και γνωστές γυναίκες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο κατά τη διάρκεια του πολέμου είναι η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους.
Η Μπουμπουλίνα (1771-1825) μητέρα επτά παιδιών, χήρεψε νωρίς και με τη μεγάλη περιουσία που διέθετε, βοήθησε το έθνος και πολέμησε και η ίδια.  Η Μαντώ Μαυρογένους διέθεσε όλη την περιουσία της στον απελευθερωτικό αγώνα, και συμμετείχε η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις .
Οι ηρωίδες του 1821 αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και ενέπνευσαν τις Ελληνίδες και σε μεταγενέστερες εθνικά κρίσιμες περιόδους, όπως ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος, η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση. Ενδεικτικά αναφέρονται παρακάτω δυο ηρωίδες της Αντίστασης.
Η Ηλέκτρα Αποστόλου  και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου , οι οποίες υπέμειναν πολλά βασανιστήρια από τους γερμανούς για να μαρτυρήσουν τους συνεργάτες τους, και δεν υπέκυψαν.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Τα τελευταία χρόνια, έχει έντεχνα διαστρεβλωθεί και παραποιηθεί, κυρίως από τα ΜΜΕ, η ιστορία του Γυναικείου Κινήματος, σε βαθμό που οι νέοι άνθρωποι έχουν μεσάνυχτα για τους γυναικείους αγώνες,  οι πιο πολλοί τουλάχιστον.

Οι παλαιότεροι αγνοούν ηθελημένα τους αγώνες των γυναικών και παρουσιάζουν την Ημέρα της Γυναίκας σαν μία ευκαιρία ξεσαλώματος και ξεσπάσματος των γυναικών ενάντια στο όμορφο βασίλειο της κουζίνας τους.

Κι αυτό είναι κάτι που πονάει πολύ. Μας πονάει η άγνοια ακόμα και συνομηλίκων μας γυναικών, που έχουν αβασάνιστα καταπιεί την καραμέλα ότι οι φεμινίστριες είναι εξαγριωμένες λεσβίες που φθονούν το περιβόητο και αξιοζήλευτο ανδρικό μόριο!

Και μη βιαστεί κανένας να πει ότι η ισοτιμία της γυναίκας έγινε πράξη σήμερα, γιατί έχω να του αντιπαραθέσω χιλιάδες επιχειρήματα και αποδείξεις για το απολύτως αντίθετο.

Ναι, η γυναίκα βγήκε στην παραγωγή, αλλά και οι δουλειές στο σπίτι εξακολουθούν να είναι άλλη μια πηγή ευτυχίας γι αυτήν. Και φυσικά και η ανατροφή το παιδιών είναι απόλυτα δική της χαρά.

Θα επιχειρήσω μια όσο γίνεται πιο σύντομη αναδρομή στην ιστορία του Γυναικείου Κινήματος, σαν έναν ελάχιστο φόρο τιμής σ' αυτές που τόσα υπέφεραν και τόσο αγωνίστηκαν για να μπορούμε σήμερα εμείς, ακόμα κι από δω να μιλάμε ελεύθερα, ακόμα κι αν έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

Ότι όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, επιστήμονες, διανοητές, ποιητές, καλλιτέχνες και κυρίως οι "Άγιοι Πατέρες" εδιακατέχοντο από έναν απίστευτο μισογυνισμό, το ξέρουμε όλοι.

Οι κληρικοί της Μεσαιωνικής Γαλλίας ταύτιζαν τη γυναίκα με το σατανά. Την εποχή της Αναγέννησης η υπόσταση της γυναίκας, ήταν ακόμα σε αμφισβήτηση.

Γυναίκες με προσωπικότητα και άποψη τις χαραχτήριζαν μάγισσες και τις έκαιγαν στην πυρά.

Στην Αγγλία κατά την "Βικτωριανή" εποχή, αρκετές γυναίκες τις θεωρούσαν τρελές. Για να διαπιστώσουν αν ήταν, έβαζαν τα κεφάλια τους μέσα σε μια λεκάνη ή μπανιέρα με νερό. Εάν πέθαιναν, δεν ήταν μάγισσες. Εάν δεν πέθαιναν, θεωρούνταν μάγισσες και τις έκαιγαν ζωντανές...

Στην καλύτερη δε των περιπτώσεων, τους έβαζαν κάτι σαν βδέλλες, στα γεννητικά τους όργανα για να "ρουφήξουν το τρελό αίμα"..

Τον καιρό των ζυμώσεων της Επανάστασης στη Γαλλία άρχισαν να αναπτύσσονται κάποια φεμινιστικά ρεύματα, από την Ολυμπία ντε Γκουζ και τον Κοντορσέ που το 1788 ζητούσε πολιτικά δικαιώματα για τις γυναίκες.

Έτσι η Συντακτική Συνέλευση συνέταξε το 1791 τη διακήρυξη των δικαιωμάτων της γυναίκας και πολίτιδος, απ' όπου το περίφημο άρθρο 10:

"Η γυναίκα έχει δικαίωμα ν' ανεβαίνει στο ικρίωμα, πρέπει λοιπόν να έχει το δικαίωμα ν' ανεβαίνει και στο βήμα".

Και είναι αλήθεια πως η Ολυμπία ντε Γκουζ εξασφάλισε για τον εαυτό της μόνο το πρώτο δικαίωμα και πέθανε το 1793 στις 3 του Νοέμβρη στη γκιλοτίνα.

Στην Αγγλία η κατάσταση ήταν παρόμοια. Το 1857 η Μπάρμπαρα Λέι Σμιθ έστειλε μια επιστολή στους Τάιμς με τίτλο"λευκές σκλάβες" και περιγράφει τη φοβερή εκμετάλλευση των γυναικών που δούλευαν σαν γκουβερνάντες.

Σύμφωνα με μια απογραφή του 1841 υπήρχαν 100.000 μοδίστρες που δούλευαν 15 ώρες την ημέρα και σε περίοδο μεγάλης δουλειάς και όλη τη νύχτα.

Τα νηματουργεία μια κόλαση. Οι έγκυες γεννούσαν στα εργοστάσια την ώρα της δουλειάς και πολλές απ' αυτές απέβαλαν.

Στα ανθρακωρυχεία της Σκωτίας και της Ουαλλίας, καθώς και στα ορυχεία χαλκού της Κορνουάλης δούλευαν χιλιάδες νέες κυρίως κοπέλες, με μεροκάματα πολύ μικρότερα από εκείνα των αντρών.

Γερμανία ίδια κατάσταση. Στη ζωή της γυναίκας κυριαρχούν τα τρία κάπα: kinder, kuche, kirche...που σημαίνει παιδιά, κουζίνα, εκκλησία.

Στη Ρωσία την ίδια εποχή η κατάσταση της γυναίκας ήταν αξιοθρήνητη όπως την παρουσιάζουν συγγραφείς σαν τον Γκόρκι και τον Τσέχωφ. Ο μέσος όρος ζωής των γυναικών το 1913 ήταν τα 33 χρόνια!!!

Η τεράστια πλειοψηφία των γυναικών ήταν αναλφάβητη. Μετά την Επανάσταση του Οκτώβρη και από την πίεση των γυναικείων σωματείων δημιουργήθηκαν οι πρώτοι νόμοι που παραχωρούσαν δικαιώματα και σημαντικά προνόμια στις γυναίκες.

Στην Κίνα ίδια και χειρότερα. Τις έβαζαν να περπατούν με δεμένα πόδια και τις έπειθαν ότι αυτό ήταν στοιχείο ομορφιάς, ενώ ήταν η απόλυτη υποταγή.

Στην Αμερική το 1854 η Βουλή της Νέας Υόρκης εναντιώθηκε στη γυναικεία ψήφο με την παρακάτω απόφαση:

"Αν οι γυναίκες ψηφίζουν το ίδιο κόμμα με τον άντρα τους, δε χρειάζεται να ψηφίσουν. Αν όχι, διασπάται η οικογένεια, οπότε ας μην ψηφίσουν.Αν είναι ανύπαντρες είναι φοβερά άτυχες, ας ξαναπροσπαθήσουν".

Στην Ελλάδα το φεμινιστικό κίνημα ξεκίνησε με την Αιμιλία Κτενά και την Καλλιρόη Κεχαγιά.

Το 1897 η Καλλιρόη Παρρέν, δημοσιογράφος από το Ρέθυμνο της Κρήτης, άρχισε έντονη κοινωνική δράση, δημοσιεύοντας άρθρα για την εκπαίδευση και τη χειραφέτηση της γυναίκας .

Τελικά δικαίωμα ψήφου στις Ελληνίδες δόθηκε το 1952 με το Νόμο 2151/52.

Η τελευταία Ευρωπαία που πήρε δικαίωμα ψήφου είναι η Ελβετίδα, μόλις το 1971 και όχι σε όλα τα καντόνια. Μόλις τα τελευταία χρόνια ψηφίζουν οι Ελβετίδες.

Άργησαν όμως πολύ τα δικαιώματα των Ελληνίδων. Το 1982 πήρε η αγρότισσα σύνταξη και άρχισε να συμμετέχει και να ψηφίζει στους αγροτικούς συνεταιρισμούς.

Ψηφίστηκε το νέο οικογενειακό δίκαιο που καθιέρωσε την ισοτιμία στην οικογένεια.

Το 1984 ψηφίστηκε νόμος που ορίζει αυτεπάγγελτη δίωξη για το έγκλημα του βιασμού.

Το 1986 ψηφίστηκε ο νόμος που νομιμοποιεί την άμβλωση. Παρ' όλα αυτά τα τελευταία χρόνια μια νεοσυντηρητική επίθεση που ξεκινά από την Αμερική του Μπους και καταλήγει στην εκκλησία του Χριστόδουλου, με αντιεπιστημονικές θεωρίες για τα δικαιώματα του εμβρύου και το σλόγκαν "η έκτρωση είναι φόνος", βάλλονται τα κεκτημένα μας.

Στις 25 του Απρίλη του 2004, 1.000.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στην Ουάσιγκτον, για το δικαίωμα στην έκτρωση και τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.

Το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης και ισοτιμίας είναι ένα ζήτημα που δεν εξαντλείται στο μικρό αυτό κείμενο. Θα μπορούσα να γράφω ώρες παραθέτοντας στοιχεία ανατριχιαστικά.

Σήμερα μόλις ανακοινώθηκε επίσημα ότι πρώτη αιτία θανάτου γυναικών στον πλανήτη είναι η βία. Και μάλιστα μέσα στην οικογένεια!

Μερικά στατιστικά στοιχεία από τις εκθέσεις του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας μιλούν από μόνα τους:

1.000.000.000 γυναικών έχει ξυλοκοπηθεί και έχει να αναγκαστεί να κάνει σεξ κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Μία στις πέντε γυναίκες θα πέσει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού κατά τη διάρκεια της ζωής της.

Στα 15 κράτη μέλη της ΕΕ το 2000, το 2% των εργαζομένων γυναικών έπεσε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, δηλαδή 3.000.000 γυναίκες.

Περισσότερα από 137.000.000 γυναίκες και κορίτσια, με απίστευτα πρωτόγονες μεθόδους, εντελώς ανθυγιεινές, περιγράφει φοβερές καταστάσεις ο πρώην Υπουργός Πολιτισμού και Παιδείας της Γαλλίας, Ζακ Λανγκ, στο βιβλίο του "Αύριο οι Γυναίκες", έχουν υποστεί κλειτοριδεκτομή για να μην απολαμβάνουν το σεξ και να μένουν πιστές στους συζύγους τους.

Στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία και στον Καναδά ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων είναι παράνομος και κρίνεται από κακουργιοδικείο. Ο εκτελεστής της επέμβασης, αλλά και οι γονείς, τιμωρούνται με φυλάκιση.

Έτσι λοιπόν σήμερα πράγματι δεν γιορτάζουμε. Είναι όμως ημέρα μνήμης η 8η του Μάρτη για τους αγώνες των γυναικών όλου του κόσμου.

Η 8η του Μάρτη καθιερώθηκε ως "Διεθνής Ημέρα των εργαζόμενων Γυναικών" το 1910 με πρωτοβουλία της Γερμανίδας σοσιαλίστριας επαναστάτριας Κλάρα Τσέτκιν,που έκανε την πρόταση στο Παγκόσμιο Συνέδριο Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη.

Στις 8 Μάρτη του 1857 είχε πνιγεί στο αίμα η εξέγερση που είχαν κάνει οι εργάτριες στον ιματισμό.

Αλλά και το 1910 οι υφαντουργίνες στη Νέα Υόρκη έκαναν απεργία που είχε ονομαστεί "η εξέγερση των 20.000".

Από το 1910 μέχρι σήμερα η 8η Μαρτίου αποτελεί ακριβώς το σύμβολο αυτής της πάλης. Δεν είναι ημέρα κούφιων πανηγυρισμών, αλλά ημέρα αγώνων δράσης και προβολής των γενικών και ειδικών γυναικείων αιτημάτων.

Ας θυμηθούμε μερικά χαρακτηριστικά γεγονότα:

8 Μαρτίου 1911: Τον πρώτο χρόνο μετά την καθιέρωση της γιορτής, οι γυναίκες της Αμερικής και της Γερμανίας, διαδηλώνουν διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας.

8 Μαρτίου 1913: Οι γυναίκες της Τσαρικής Ρωσίας ξεσηκώνονται με την κραυγή "Κάτω η πείνα-Κάτω ο πόλεμος".

Τον επόμενο ακριβώς χρόνο οι γυναίκες των λαϊκών συνοικιών του Παρισιού κάνουν διαδηλώσεις και απαιτούν να ελευθερωθεί η επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, που είχε συλληφθεί στη Γερμανία για τους αγώνες της κατά του επερχόμενου πολέμου.

8 Μαρτίου 1917: 200.000 εργάτριες υφαντουργίας της Πετρούπολης, ξεχύνονται στους δρόμους και ζητούν Ειρήνη και Ψωμί, ξεκινώντας πρώτες αυτές την επανάσταση.

8 Μαρτίου 1923: Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έχει τελειώσει, 5 χρόνια πριν. Αλλά η κατάληξη του Ρούρ απειλεί να ανάψει νέα πολεμική φωτιά. Δύο χιλιάδες Γαλλίδες συγκεντρώνονται και απαιτούν: «Όχι άλλο πόλεμο» .

8 Μαρτίου 1936: Ενώ οι γυναίκες της Ισπανίας διαδηλώνουν στη Μαδρίτη κατά του φασισμού, στη Γερμανία η χιτλερική τρομοκρατία οργιάζει. Χιλιάδες γυναίκες ρίχνονται στις φυλακές. Ο παγκόσμιος πόλεμος προετοιμάζεται για δεύτερη φορά στον ίδιο αιώνα, από τους Γερμανούς
μιλιταριστές.

Πολλές γυναικείες οργανώσεις τάσσονται στο πλευρό εκείνων που αγωνίζονται να σώσουν την Ειρήνη. Ο πόλεμος, όμως, ξεσπά για να προκαλέσει στην ανθρωπότητα αμέτρητη καταστροφή και τελικά να καταλήξει στην ήττα των χιτλερικών υποκινητών του.
Το νικηφόρο τέρμα του πολέμου βρίσκει τις γυναίκες αποφασισμένες να μην επιτρέψουν άλλη φορά το ξέσπασμα πολέμου.

Το Νοέμβριο του 1945 ιδρύεται η Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοκρατικών Γυναικών, που θα συσπειρώσει γύρω της 80 εκατομμύρια γυναίκες και θα γίνει κυριότερος εκφραστής των πόθων τους για την ισοτιμία των δύο φύλων και για την Παγκόσμια Ειρήνη.

8 Μάρτη 2011: Female Genital Mutilation - FGM, Violence, Domestic violence, Dating violence, Psychological abuse, Trafficking in human beings, Sexual slavery, Child sexual abuse, Sexual abuse, Human rights, Sexual harassment in education, Prostitution, Comfort women...

Ένα θέμα ανεξάντλητο που για να το αναλύσουμε χρειάζονται τόμοι.

Θα τελειώσω με τα λόγια του Τρότσκι: "Αν θέλουμε να αλλάξουμε τις συνθήκες της ζωής, πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια των Γυναικών" και του Μάο: "Η γυναίκα είναι το άλλο μισό του ουρανού".
Το ελληνικό γυναικείο κίνημα και η διεθνής του διάσταση
Το πρώτο από τα τρία κύματα του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών ξέσπασε με στόχο τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση και τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή διά της ψήφου.
Ως κοινωνικό κίνημα που εξαπλώθηκε ραγδαία στις επόμενες δεκαετίες, ο φεμινισμός εστιάστηκε σταδιακά στη συνέχεια στον περιορισμό ή στην εξάλειψη κάθε μορφής ανισότητας των φύλων και στην προώθηση όλων των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των γυναικών στην κοινωνία. Ο αγώνας άρχισε σε εθνικό επίπεδο κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ.
Το πρώτο εθνικό συνέδριο για τα δικαιώματα των γυναικών οργανώθηκε στη Νέα Υόρκη το 1848. Το 1864 που ξεκίνησε επισήμως το κίνημα του Ερυθρού Σταυρού, οι γυναίκες, αν και παραγκωνίστηκαν σταθερά σε ηγετικό επίπεδο, έδωσαν επίμονους αγώνες για να ιδρυθούν και να στελεχωθούν εθνικές επιτροπές στη χώρα τους.
Το σίγουρο είναι πάντως πως ο Ερυθρός Σταυρός και οι άλλες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, που είχαν πολλαπλασιαστεί σαν μανιτάρια εκείνη την εποχή, έδωσαν ώθηση και αυτοπεποίθηση στις ηγετικές μορφές του γυναικείου κινήματος για να περάσουν στη διεθνοποίηση του δικού τους κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα. Το πρώτο διεθνές συνέδριο για τις γυναίκες έγινε στο Παρίσι το 1878 και ήταν συνδεδεμένο με την 3η Παγκόσμια Έκθεση, τη μεγαλύτερη ως τότε στον κόσμο, με 13.000.000 επισκέπτες.
Ο άνεμος της διεθνούς συνεργασίας διευκόλυνε τότε πολλές εθνικές επιτροπές και οργανώσεις να διασυνδεθούν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το 1888 έγινε το δεύτερο βήμα: οι γυναίκες που προχώρησαν τότε στην ίδρυση της πρώτης διεθνούς γυναικείας οργάνωσης, του International Council ofWomen (ICW), προσκάλεσαν στην Ουάσινγκτον 53 γυναικείες οργανώσεις των πιο προχωρημένων στον τομέα αυτόν χωρών. Μέχρι τις παραμονές του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου η διεθνής αυτή οργάνωση είχε καταφέρει να ιδρύσει 23 νέες εθνικές επιτροπές. Το πρόβλημα με την ICW ήταν ότι ήταν μάλλον συντηρητική και απέφευγε να θίξει τα πιο επίμαχα ζητήματα για να κερδίσει σε μαζικότητα. Το πιο προβληματικό απ’ όλα ήταν ότι δεν προέβαλλε αρκετά το ουσιαστικότερο γυναικείο αίτημα της εποχής: το δικαίωμα στην ψήφο, δηλαδή το δικαίωμα στη συμμετοχή του γυναικείου πληθυσμού στην πολιτική ζωή.
Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν δυσαρέσκειες και αντιθέσεις πάνω στην ήδη προϋπάρχουσα αντίθεση μεταξύ του ριζοσπαστικού ακτιβισμού των suffragettes σαν την Emily Pankhurst και τη μετριοπάθεια των suffragists σαν τη Millicent Garrett.

Ακριβώς λόγω της απροθυμίας της πρώτης διεθνούς οργάνωσης να εγείρει τα ακανθώδη πολιτικά ζητήματα, προέκυψε το 1904 στη συνδιάσκεψη του Βερολίνου από τις Γερμανίδες φεμινίστριες μια άλλη διεθνής οργάνωση με στόχευση τα πολιτικά δικαιώματα, η International Woman Suffrage Alliance.
Οι γυναίκες της Αριστεράς, από την άλλη μεριά, προτίμησαν να δραστηριοποιηθούν μέσω των δικών τους οργανώσεων, γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν την υποβάθμιση της ταξικής προσέγγισης των αστών γυναικών.
Η Καλλιρρόη Παρρέν και ο πόλεμος: Η μήτηρ και ο πατήρ του γυναικείου κινήματος
Την εποχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους οι Ελληνίδες ήταν αθέατες στον δημόσιο χώρο – ούτε καν στον δρόμο δεν ήταν πρέπον να κυκλοφορούν. Ειδικά μακριά από τα χωριά, όπου παραδοσιακά οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στις αγροτικές εργασίες, ο ανδρικός και ο γυναικείος κόσμος παρέμεναν απολύτως χωριστοί.
Η εκβιομηχάνιση, που θα μπορούσε να βγάλει έξω από το σπίτι τις γυναίκες των κατώτερων οικονομικά τάξεων, ήταν πενιχρή. Έτσι ακόμα και σαράντα χρόνια μετά, το 1879, υπήρχαν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού μόνο 5.735 εργάτριες, 769 μαίες, 10.800 σερβιτόρες και δασκάλες. Αντιθέτως, στον τομέα της μη μισθοδοτούμενης εργασίας οι γυναίκες ήταν ανέκαθεν στην κορυφή της λίστας.
Ο δρόμος που ανακάλυψαν οι γυναίκες για να συμμετάσχουν στον ανδρικό κόσμο, δηλαδή στη δημόσια σφαίρα, παρακάμπτοντας τις κοινωνικές αντιστάσεις, ήταν ο δρόμος που άνοιξε η Μεγάλη Ιδέα και η ρητορική του πατριωτισμού που σφράγισε όλο τον 19ο αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό εντόπισαν έναν ρόλο που μπορούσαν να διεκδικήσουν χωρίς να στιγματιστούν κοινωνικά.
Φυσικά ο ρόλος αυτός, κυρίως στην Ελλάδα και στα συντηρητικά Βαλκάνια, όφειλε να είναι αυστηρά συμβατός με τη «γυναικεία τους φύση» για να μην είναι κοινωνικά απειλητικός. Οι ριζοσπαστικές σουφραζέτες σ’ αυτή την περιοχή του κόσμου δεν θα είχαν απολύτως καμία τύχη. Εν ολίγοις οι γυναίκες, για να βγουν έξω από το σπίτι, προθυμοποιήθηκαν να αναλάβουν την πρόνοια και την περίθαλψη των αγωνιστών της εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά και την εθνικώς ορθή ανατροφή των μελλοντικών Ελλήνων.
Έτσι, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι κυρίες που αρχικά «κατασκεύαζαν επιδέσμους και συνέλεγον διάφορα πλεκτά» προχώρησαν σταδιακά ως το 1878 με ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή στον αγώνα ως «μητέρες του έθνους».
Απόσπασμα από το βιβλίο της Λένας Διβάνη, Η «ύπουλος θωπεία», εκδόσεις Καστανιώτη


 Γυναικείο κίνημα: οι γυναίκες στον α’ παγκόσμιο πόλεμο στη Βρετανία
Άρθρο των συντρόφων Τζέην Τζέημς και Τζιμ Χόρτον, από το «Σοσιαλιστικό Κόμμα – CWI», αδελφή οργάνωση του «Ξ» στη Bρετανία. Η 4η Αυγούστου 1914 ήταν η μέρα κατά την οποία η Βρετανία μπήκε στον α’ παγκόσμιο πόλεμο, ενάντια στη Γερμανία, στο πλευρό της Γαλλίας και της Ρωσίας.

 Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αποτέλεσε μια τρομακτική σφαγή για εκατομμύρια εργαζόμενους, που αρχικά ενθαρρύνθηκαν και στη συνέχεια εξαναγκάστηκαν να πάρουν μέρος στα αιματοβαμμένα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι γυναίκες της εποχής συμμετείχαν στον πόλεμο με το δικό τους τρόπο, αντικαθιστώντας τους άντρες που βρίσκονταν στο μέτωπο σε εργοστάσια και άλλους εργασιακούς χώρους σε ολόκληρη τη Βρετανία.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της επετειακής χρονιάς, μπορεί να διαβάσουμε πολλά για το ρόλο τους στον πόλεμο, αλλά ελάχιστα για τους εργατικούς αγώνες που έδωσαν οι εργάτριες κατά τη διάρκεια των τεσσάρων αυτών χρόνων της παγκόσμιας σύρραξης, παρά το γεγονός ότι η ταξική πάλη υπήρξε μια σημαντική πτυχή της καθημερινότητας του πολέμου.

Πολλοί ιστορικοί αναφέρονται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σαν μια περίοδο κατά την οποία η ζωή των γυναικών, αλλά και η στάση απέναντί τους μεταμορφώθηκε, ενώ παράλληλα ισχυρίζονται ότι οι γυναίκες του πολέμου ανταμείφθηκαν για τη συμμετοχή και τις θυσίες τους, με το δικαίωμα της ψήφου που τους «δόθηκε» μετά το πέρας των εχθροπραξιών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική, αφού οι γυναίκες της εργατικής τάξης, «ανύπαρκτες» για τους εθνικούς ηγέτες των συνδικάτων, έδωσαν τις δικές τους μάχες για ίσες αμοιβές και δικαιώματα.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες, βρέθηκαν να κάνουν δουλειές που μέχρι τότε θεωρούνταν αυστηρά αντρικές. Την ίδια ώρα όμως που οι παλιές συνήθειες ως προς την κατανομή των εργασιών ανάμεσα στα φύλα ανατράπηκαν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στην πρώτη φάση η ανισότητα στους μισθούς παρέμεινε ίδια.
Αλλά και μετά τον πόλεμο η ανισότητα σε μια σειρά δικαιώματα συνεχίστηκε. Για παράδειγμα, ενώ όλοι οι άντρες άνω των 21 ετών είχαν δικαίωμα ψήφου, για τις γυναίκες το ίδιο δικαίωμα περιορίστηκε σε αυτές άνω των 30 και μόνο αν ήταν «αρχηγοί» οικογένειας. Με τον τρόπο αυτό, πολλές γυναίκες της εργατικής τάξης αποκλείστηκαν.
Πολλές από τις απεικονίσεις των γυναικών της εποχής του πολέμου τείνουν να επικεντρώνουν στο εθελοντικό τους έργο, όπως π.χ. η συμμετοχή στην «Εθελοντική Ομάδα Βοήθειας» (VAD) ή η συμμετοχή στο “Γυναικείο Στρατό Γης” (εθελοντική οργάνωση στην οποία συμμετείχαν γυναίκες καλλιεργήτριες που αντικατέστησαν τους άντρες στα χωράφια), ο οποίος μέχρι το 1918 είχε 20.000 μέλη.
Για πρώτη φορά οι γυναίκες έγιναν σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, οδηγοί λεωφορείων και τραμ, ταχυδρόμοι, τραπεζικοί, ή δημόσιοι υπάλληλοι, δούλεψαν στο χώρο του εμπορίου, έγιναν καθαρίστριες τζαμιών και καμινάδων, μεταφορείς ορυκτών καυσίμων, καθαρίστριες δρόμων, ηλεκτρολόγοι και πυροσβέστριες.
Εντυπωσιακή ήταν και η κοσμοσυρροή γυναικών στη βιομηχανία παραγωγής πυρομαχικών. Γυναίκες καλλιτέχνες, όπως η Άννα Άιρι και η Φλόρα Λάιον, δημιούργησαν μια σειρά πίνακες που απεικονίζουν γυναίκες εργάτριες, αντικατοπτρίζοντας τις πολιτιστικές μεταβολές της εποχής. Το αίσθημα των σημαντικών κοινωνικών ανατροπών έχει αποτυπωθεί σε ένα ποίημα της Νίνα Μακντόναλντ το 1918, το οποίο τελειώνει με τη στροφή:
«…Όλοι κάνουν κάτι για τον πόλεμο
Τα κορίτσια κάνουν πράγματα που δεν έχουν ξανακάνει ποτέ
Δουλεύουν στα λεωφορεία, οδηγούν αυτοκίνητα και φορτηγά
όλος ο κόσμος έχει γυρίσει ανάποδα απ’ όταν άρχισε ο πόλεμος…»
Ωστόσο, η επικρατούσα αντίληψη που θέλει τις γυναίκες απούσες από την αγορά εργασίας πριν από τον πόλεμο, δεν είναι σωστή. Περίπου 4 εκατομμύρια γυναίκες, δηλαδή σχεδόν το ένα τέταρτο του θηλυκού πληθυσμού δούλευαν εκτός σπιτιού πριν το 1914.
Μάλιστα, το ξέσπασμα του πολέμου, αρχικά είχε σαν αποτέλεσμα τη δραματική μείωση της γυναικείας εργασίας, αφού παραδοσιακές μονάδες παραγωγής στις οποίες απασχολούνταν γυναίκες, όπως η βιομηχανία ένδυσης, κυριολεκτικά κατέρρευσαν, δεδομένου ότι οι πλουσιότερες γυναίκες αγόραζαν πολύ λιγότερα πολυτελή προϊόντα αυτού του είδους. Η βιομηχανία επεξεργασίας βαμβακιού επίσης επηρεάστηκε από το κλείσιμο της Βόρειας Θάλασσας για τα εμπορικά καράβια. Μέχρι το Σεπτέμβρη του 1914, οι μισές από τις γυναίκες που προηγουμένως εργάζονταν είχαν μείνει άνεργες.
Τελικά βέβαια, ο πόλεμος οδήγησε στην ένταξη ενάμιση εκατομμυρίου γυναικών στην εργατική δύναμη της χώρας. Αυτό έγινε δυνατό χάρη στο προοδευτικό για την εποχή μέτρο της λειτουργίας παιδικών σταθμών, που στη συνέχεια το πολιτικό κατεστημένο πήρε πίσω, στην προσπάθειά του να στρέψει τις γυναίκες και πάλι στους «παραδοσιακούς» ρόλους που κατείχαν πριν από τον πόλεμο.
Βέβαια, η ένταξη τους στο εργατικό δυναμικό αντιμετώπισε την εχθρική διάθεση και σε κάποιες περιπτώσεις την αντίσταση αρκετών μελών των συνδικάτων, με αποτέλεσμα πολλά από τα «αντρικά» επαγγέλματα να παραμείνουν κλειστά για τις γυναίκες σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Ωστόσο οι κοινωνικοί διαχωρισμοί δεν περιορίζονταν στο φύλο. Το είδος των επαγγελμάτων στα οποία κατέληγαν οι γυναίκες, είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό να κάνει με την τάξη στην οποία ανήκαν.
Για παράδειγμα, ο «Γυναικείος Στρατός για τη Γη» (Women’s Land Army – έστελνε γυναίκες να αντικαταστήσουν άνδρες σε αγροτικές εργασίες) αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από γυναίκες της μεσαίας τάξης, αφού οι εργάτριες θεωρούνταν ακατάλληλες, γιατί δε διέθεταν το «υψηλό ηθικό φρόνημα» που θεωρούνταν απαραίτητο στην αγροτική ζωή.
Επίσης γυναίκες των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, ήταν κυρίως αυτές που απάρτιζαν την «Τάγμα Εθελοντικής Βοήθειας» (Voluntary Aid Detachment) που παρείχε περίθαλψη σε τραυματίες. Και ενώ πολλές από αυτές θυσίασαν τις ζωές τους δουλεύοντας ως νοσοκόμες στην πρώτη γραμμή των μαχών, πολλές άλλες έκαναν απλά τις πρωινές βάρδιες στα νοσοκομεία της περιοχής τους, την ώρα που οι υπηρέτες καθάριζαν τα σπίτια τους.
Αντίθετα, οι γυναίκες της εργατικής τάξης δούλευαν από ανάγκη. Για πολλές ωστόσο, ο πόλεμος άλλαξε τη φύση της δουλειάς τους, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ξεφύγουν από την ακραία εκμετάλλευση της εργασίας στα σπίτια των πλούσιων ή την εξοντωτική δουλειά στα εργοστάσια.
Οι συνθήκες στα εργοστάσια
Περίπου 800.000 γυναίκες δούλεψαν σε κάθε τομέα εργασίας στα εργοστάσια πυρομαχικών. Τα τρία τέταρτα από αυτές ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, αφού μετά την αποτυχία του ιδιωτικού τομέα στην παραγωγή πυρομαχικών την πρώτη περίοδο του πολέμου, ακολούθησε ο κρατικός έλεγχος και ο κεντρικός σχεδιασμός της παραγωγής στις συγκεκριμένες βιομηχανίες.
Οι συνθήκες ήταν σκληρές. Τα ωράρια ήταν εξοντωτικά, ενώ η πλήρης χαλάρωση στους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, πέρα από τους άμεσους κινδύνους, είχε δραματικές επιπτώσεις στην υγεία των εργατριών.
Η δηλητηρίαση από τη χημική ένωση TNT ήταν σύνηθες φαινόμενο, ενώ το κιτρίνισμα του δέρματος που προκαλούσε, έδωσε στις εργάτριες της βιομηχανίας πυρομαχικών το παρατσούκλι «κορίτσια – καναρίνια».
Φυσικά, ο χημικός ίκτερος ήταν μια επικίνδυνη κατάσταση. Χιλιάδες γυναίκες και άντρες εισέπνεαν και κατάπιναν σκόνη, με αποτέλεσμα να υποφέρουν από στομαχόπονους, ναυτία, υπνηλία και οιδήματα στα άκρα. Οι πρώτοι θάνατοι εργατριών από τη συγκεκριμένη πάθηση καταγράφηκαν το 1916, ωστόσο ελάχιστα μέτρα πάρθηκαν για την ασφάλειά τους.
Την ίδια ώρα, η καθημερινή ενασχόληση με εκρηκτικά χημικά οδηγούσε σε συχνά ατυχήματα, με απολογισμό εκατοντάδες νεκρές εργάτριες από εκρήξεις.
Κάθε αναφορά στις γυναίκες εργάτριες του πολέμου, στα επετειακά άρθρα και αφιερώματα, κατά κανόνα αγνοεί τη σχέση τους με το συνδικαλιστικό κίνημα, παρά το γεγονός ότι η μεγάλη συγκέντρωση γυναικών στα εργοστάσια πυρομαχικών εκτίναξε τους αριθμούς των μελών των συνδικάτων.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αριθμός των γυναικών – μελών των συνδικάτων αυξήθηκε κατά 160%, ιδιαίτερα στην «Εθνική Ομοσπονδία Εργατριών» και το «Συνδικάτο Εργατών». Το δεύτερο μάλιστα, μέχρι το 1918 είχε είκοσι γυναίκες που δούλευαν αποκλειστικά για το συνδικάτο, ενώ μετρούσε πάνω από 80.000 μέλη γυναίκες, αριθμός που ισοδυναμεί με το ένα τέταρτο του συνόλου των μελών του. Ο αριθμός των γυναικών μελών των συνδικάτων αυξανόταν διαρκώς, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ηγεσίες τους ενσωματώνονταν όλο και περισσότερο με το κράτος.
Τα πιο μαχητικά τους στρώματα ωστόσο, κυρίως σοσιαλιστές και μαρξιστές, απέρριψαν την εργασιακή ειρήνη που διακήρυτταν οι ηγεσίες και δημιούργησαν νέες, διεκδικητικές δομές στη βάση των εργαζομένων, οι οποίες μέχρι το 1917 οδήγησαν στο σχηματισμό του «Εθνικού Συνδικαλιστικού Κινήματος».
Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στο Κλάιντσαιντ (Clideside) της Σκωτίας, όπου το Φλεβάρη του 1915 οργανώθηκε μια πετυχημένη απεργία των μηχανικών με αίτημα την αύξηση των μισθών τους. Η απεργία οργανώθηκε από την επιτροπή που θα εξελισσόταν αργότερα σε «Επιτροπή των Εργατών του Κλάιντ» (CWC).
Κόκκινο Κλάιντσαιντ
Εννέα μήνες αργότερα, η CWC αύξησε τη δύναμή της ακόμη περισσότερο, χάρη στην ανάμιξή της στην απεργία 15.000 λιμενεργατών από τη μία και τις κινητοποιήσεις των ενοικιαστών ενάντια στην αύξηση των ενοικίων από την άλλη, ένα κίνημα με μαζική συμμετοχή γυναικών.
Ο Γουίλιαμ Γκάλαχερ, ένας από τους ηγέτες του CWC, σχολίασε το ρόλο των γυναικών στο κίνημα:
«Η κυρία Μπάρμπουρ, μια τυπική νοικοκυρά της εργατικής τάξης, έγινε για το κίνημα μια ηγετική μορφή, από αυτές που δεν έχουν ξαναφανεί ποτέ πριν… Συναντήσεις στο δρόμο, στις πίσω αυλές, τύμπανα, κουδούνια, τρομπέτες, οποιοδήποτε μέσο χρειαζόταν για να βγουν οι γυναίκες από τα σπίτια τους και να οργανωθούν στον αγώνα. Ανακοινώσεις τυπωμένες κατά χιλιάδες, κολλημένες στα παράθυρα. Όπου κι αν πήγαινες τις έβλεπες. Σπάνια συναντούσες παράθυρο χωρίς ανακοίνωση: “Δε θα πληρώσουμε αυξημένα ενοίκια”».
Ομάδες γυναικών κινητοποιήθηκαν ενάντια στην αστυνομία, προκειμένου να εμποδίσουν εξώσεις. Ο συνδυασμένος αγώνας στις γειτονιές και τα εργοστάσια, τόσο από τους άντρες, όσο και από τις γυναίκες, ανάγκασε τελικά την κυβέρνηση να εισάγει περιοριστικά μέτρα στην αύξηση των ενοικίων.

Το βασικό πρόβλημα ωστόσο, που αντιμετώπιζε η CWC, ήταν η αντικατάσταση των ειδικευμένων και έμπειρων εργατών από ανειδίκευτους (τόσο άντρες, όσο και γυναίκες) μια κατάσταση που σε συνθήκες πολέμου είναι πολύ δύσκολο να αποφευχθεί.
Η CWC συμφώνησε σε αυτή την αποδυνάμωση του εργατικού δυναμικού από τα έμπειρα μέλη του, υπό την προϋπόθεση ότι τα εργοστάσια και οι πρώτες ύλες θα εθνικοποιούνταν και θα περνούσαν κάτω από εργατικό έλεγχο, και ότι όλοι οι εργαζόμενοι, άντρες και γυναίκες θα λάμβαναν ίσες αμοιβές.
Οι συνδικαλιστικές επιτροπές εξαπλώνονταν και δυνάμωναν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Σέφιλντ (Sheffield) όπου περιλάμβαναν στα μέλη τους ειδικευμένους, ημι–ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες και εργάτριες.
Ένας από τους ηγετικούς συνδικαλιστές της επιτροπής του Σέφιλντ, ο Τζ. Μέρφι, ασχολήθηκε με την εξήγηση του πως η χρήση των γυναικών ως φτηνό εργατικό δυναμικό από τους εργοδότες δημιουργούσε ανταγωνισμό ανάμεσα στα φύλα.
Ο Μέρφι και η επιτροπή του Σέφιλντ, προσπάθησαν να παρακάμψουν αυτή την παγίδα, δίνοντας ενεργή υποστήριξη στους αγώνες των ανειδίκευτων εργατών, αντρών και γυναικών για υψηλότερες αμοιβές, ενώ ταυτόχρονα ενθάρρυναν τις γυναίκες να συμμετάσχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Η επιτροπή, αν και κυριαρχούνταν από άντρες, καταδίκαζε το σεξισμό και επεδίωκε στενότερη συνεργασία με συνδικάτα που εκπροσωπούσαν σημαντικό αριθμό γυναικών και ιδιαίτερα το «Συνδικάτο Εργατών».
Σουφραζέτες
Ο ταξικός διαχωρισμός ανάμεσα στις γυναίκες την εποχή του πολέμου επηρέασε και το γυναικείο κίνημα που πάλευε για το δικαίωμα της ψήφου (γνωστό ως οι «Σουφραζέτες») καθώς πολλές από τις ηγετικές μορφές του, προερχόμενες από τη μεσαία τάξη, εγκατέλειπαν τον αρχικό στόχο και οργάνωναν εκστρατείες υποστήριξης του πολέμου.
Η Κρίσταμπελ Πάνκχαρστ για παράδειγμα, από τις πιο ηγετικές μορφές του γυναικείου κινήματος, υποστήριζε πλήρως τον πόλεμο και ασχολήθηκε ενεργά με το «πατριωτικό» κίνημα με στόχο να πείσει τους άντρες να ενταχθούν στις ένοπλες δυνάμεις. Άντρες που είχαν αποστρατευτεί, λιποτάκτες, ακόμη και τραυματίες, ή άντρες που είχαν κριθεί ακατάλληλοι για να υπηρετήσουν στο στρατό έγιναν στόχοι αυτού του κινήματος.

Πολλοί μηχανικοί, οι οποίοι είχαν ανταλλάξει τη θητεία τους με παροχή εργασίας, συνήθιζαν να φοράνε κονκάρδες που έγραφαν «σε πολεμική αποστολή», προκειμένου να προστατευτούν από τις εκπροσώπους της εκστρατείας του «άσπρου φτερού»[1].
Η Κρίσταμπελ και μαζί με τη μητέρα της Έμελιν Πάνκχαρστ υποστήριζαν ότι οι όλοι άντρες έπρεπε να επιστρατευτούν προκειμένου να πάρουν μέρος στον πόλεμο, και όλες οι γυναίκες να επιστρατευτούν στη βιομηχανία. Έθεσαν στη διάθεση της κυβέρνησης τα αποθέματα του ταμείου της οργάνωσής τους, ενώ οργάνωναν (με την κάλυψη της κυβέρνησης) διαδηλώσεις προκειμένου να ασκηθεί πίεση στις γυναίκες ώστε να δουλέψουν στα εργοστάσια.
Οι αντιδραστικές προτάσεις τους έφτασαν να περιλαμβάνουν την προκλητική πρόταση για απαγόρευση των συνδικάτων, ενώ ταυτόχρονα απαιτούσαν οι ανειδίκευτοι και ήμι-ειδικευμένοι εργάτες να δουλεύουν χωρίς εμπειρότερους επιβλέποντες που θα φρόντιζαν για την ασφάλεια τους.
Σε πλήρη αντίθεση με τη μητέρα και την αδερφή της, η Σύλβια Πάνκχαρστ υποστήριζε την ιδέα της ίσης αμοιβής για ίση εργασία και πάλευε για τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών για τις γυναίκες.
Η Ομοσπονδία των Σουφραζέτων του Ανατολικού Λονδίνου, της οποίας ηγούνταν η Σύλβια, συνέχισε την εκστρατεία διεκδίκησης του δικαιώματος ψήφου για τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ παράλληλα έκανε εκστρατείες για την ειρήνη, τις πολιτικές ελευθερίες και τον έλεγχο των ενοικίων και των τιμών των τροφίμων ενάντια στις προκλητικές ορέξεις των καπιταλιστών. Πάλευαν επίσης για εθνικοποίηση των δομών διανομής των τροφίμων και την εξάλειψη των κερδών για τους ιδιώτες.
Μέχρι το τέλος του πολέμου, μια σειρά γυναικείων οργανώσεων παλεύανε για αντίστοιχα αιτήματα: ίσες αμοιβές, αυξήσεις στους μισθούς στις πιο χαμηλά αμειβόμενες δουλειές, 48 ώρες εργασίας την εβδομάδα, κατάργηση των προστίμων για τους εργαζόμενους, μέριμνα για τη μητρότητα και βέβαια για το δικαίωμα της ψήφου. Απαιτούσαν επίσης να είναι ανοιχτά όλα τα συνδικάτα για τις εργαζόμενες και να λαμβάνονται μέτρα για την εκπροσώπησή των γυναικών στις ηγεσίες τους.
Με τη λήξη του πολέμου, η άρχουσα τάξη, ήθελε απλά να επανέλθει σταδιακά η προηγούμενη κατάσταση. Ωστόσο, κάτω από την πίεση της έντονης συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων και μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει μια σειρά παραχωρήσεις, ανάμεσα στις οποίες ο έλεγχος στις τιμές των σπιτιών, δημόσια προγράμματα στέγασης, παιδική πρόνοια κ.α. Με τον καιρό ωστόσο, και όσο το εργατικό κίνημα μετρούσε μια σειρά από ήττες, όλα αυτά τα μέτρα πάρθηκαν πίσω.
Παράλληλα, η στάση των συνδικάτων απέναντι στις γυναίκες δεν παρέμεινε για πάντα σε προοδευτική κατεύθυνση. Το 1918, μια συνδικαλιστική συνδιάσκεψη ψήφισε διάταξη σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες θα έπρεπε να αποκλείονται από «ακατάλληλες» θέσεις εργασίας, ενώ οι παντρεμένες γυναίκες θα έπρεπε να αποκλείονται από την εργασία γενικά. Φυσικά αυτές οι απόψεις βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία με το πολιτικό κατεστημένο, το οποίο αντιμετώπιζε τη γυναικεία εργασία στη βιομηχανία σαν μια παραχώρηση του καιρού του πολέμου.
Η μάχη για ισότητα
Η υιοθέτηση τέτοιου είδους θέσεων από τα συνδικάτα μπορεί ως ένα βαθμό να εξηγηθεί από τις συνθήκες που επικρατούσαν στον προπολεμικό καπιταλισμό, μέσα στις οποίες εκατομμύρια παροπλισμένοι άνθρωποι ανακάλυπταν τη σκληρή πραγματικότητα μιας «χώρας κατάλληλης για ήρωες» (όπως την ήθελε η προπαγάνδα των ιμπεριαλιστών) ταυτόχρονα όμως αντανακλά τα όρια των επίσημων ηγεσιών του εργατικού κινήματος, που δεν είχαν καμία πρόθεση να συγκρουστούν με τον καπιταλισμό.
Έπεφτε επομένως στις πλάτες των ίδιων των γυναικών να παλέψουν για ίσες αμοιβές και καλύτερες συνθήκες δουλειάς.
Μια επιτυχημένη απεργία εργατριών στο μετρό και το τραμ που απαιτούσε αυξήσεις στους μισθούς, κατά τη διάρκεια του ίδιου χρόνου στο Λονδίνο και στα νοτιοανατολικά, ανάγκασε την κυβέρνηση να ερευνήσει το αν ο κανόνας της ισότητας στις αμοιβές θα έπρεπε να εφαρμοστεί παντού… για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι οι υπάρχοντες κανόνες σε σχέση με τους μισθούς δεν έπρεπε να αλλάξουν.
Χρειάστηκε να περάσουν ακόμη 50 χρόνια πριν η ισότητα στην αμοιβή θεσπιστεί επίσημα, κι αυτό έγινε δυνατό μόνο μετά από άλλη μια επιτυχημένη απεργία γυναικών μηχανικών στην αυτοκινητοβιομηχανία Ford.
Μέσα στη δίνη της αιματοχυσίας του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ριζοσπαστικές, προοδευτικές ιδέες σε σχέση με τα δικαιώματα των γυναικών βγήκαν στο προσκήνιο, γεγονός που αντικατοπτρίστηκε στη μαζική εισροή τους στα συνδικάτα, αλλά και τη γενικότερη μαχητικότητα που επέδειξε το εργατικό κίνημα πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Οι καλύτεροι μαχητές του εργατικού κινήματος, άντρες και γυναίκες, έγιναν η ηγεσία των εργατικών αγώνων ενάντια στη μεταπολεμική λιτότητα και τις επιθέσεις στο βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες εργασίας τους. Εμπνευσμένοι από τη ρωσική επανάσταση του 1917, ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο την εποχή εκείνη, δεδομένων των συνθηκών αποτέλεσε το καλύτερο μέσο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων γυναικών. Εκατό χρόνια μετά, βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με την πρόκληση του χτισίματος ανεξάρτητων οργανώσεων της εργατικής τάξης, που θα ανατρέψουν τις ανισότητες του καπιταλισμού.


___________________
[1] Τα μέλη του κινήματος, συνήθιζαν να «προσφέρουν» ένα άσπρο φτερό – σύμβολο δειλίας, στους άντρες που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δε βρίσκονταν σε κάποιο πεδίο μάχης



* Απόσπασμα από το βιβλίο της Λένας Διβάνη, Η «ύπουλος θωπεία», εκδόσεις Καστανιώτη

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ
Aristoteleio Kollegio A'


Καραγιάννη Ελευθερία, Νουλίκα Μαρία, Οσιάφι Μάριος, Πεκρίδης Νικόλας, Ρίζος Θεοφάνης

Φεμινισμός είναι μια δυναμική συνεχώς μεταβαλλόμενη ιδεολογία με πολλές όψεις, όπως η προσωπική, η πολιτική, η φιλοσοφική, η οικονομική, η ψυχαναλυτική. Αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο ένα σύστημα ιδεών. Είναι και μια πρόσκληση και πρόκληση για δράση. Χωρίς δράση, ο φεμινισμός είναι απλώς μια κούφια, αυτοαναιρούμενη ρητορεία.
Ορισμός
Φεμινισμός: Αντίληψη και κίνημα που επιδιώκει την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και τη διεύρυνση του ρόλου της γυναίκας μέσα στην κοινωνία.(Μπαμπινιώτης)
Ο Φεμινισμός στην Ευρώπη
Ο φεμινισμός εμφανίστηκε αρχικά στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα, την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης.

1791: Την περίοδο αυτή εμφανίστηκαν στη Γαλλία πολλές γυναικείες λέσχες, οι οποίες αντιπροσώπευαν τις πρώτες εκδηλώσεις της φεμινιστικής ιδέας, που άρχιζε να επιβάλλεται ως κίνημα.
Η Ολέμπ ντε Κρούζ εισήγαγε την έννοια του φεμινισμού με μια Διακήρυξη των δικαιωμάτων των γυναικών στην οποία υποστήριζε τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα των γυναικών και προέβαλλε τους ιδεολογικούς λόγους για τους οποίους διεκδικούσαν αυτά τα δικαιώματα.
∙         1792: Η Μαίρη Ούλστονκραφτ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Διεκδίκηση των δικαιωμάτων των γυναικών».
∙         1866: Ο Τζων Στούαρτ Μιλ ήταν ο πρώτος Άγγλος βουλευτής που παρουσίασε στο Κοινοβούλιο ένα υπόμνημα μιας γυναικείας επιτροπής για την αναγνώριση του δικαιώματος της ψήφου στις γυναίκες. Από τότε η κατάκτηση του δικαιώματος της ψήφου άρχισε να θεωρείται ο πρώτος αντικειμενικός σκοπός, η αφετηρία για όλες τις άλλες κατακτήσεις των δικαιωμάτων του γυναικείου φίλου.
Ιδρύονται  πολλοί φεμινιστικοί σύλλογοι στην Μεγάλη Βρετανία.

∙         1848: Έγινε γέννηση του φεμινιστικού κινήματος, όταν στην Νέα Υόρκη μια ομάδα γυναικών, με επικεφαλής τη Λουκριτία Μοτ και την Ελίζαμπεθ Κάντυ Στάντον, συγκάλεσαν το πρώτο συνέδριο στην ιστορία του φεμινιστικού κινήματος για να παρουσιάσουν μια Διακήρυξη Αισθημάτων (κατά το πρότυπο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας), το πρόγραμμα του μελλοντικού φεμινιστικού κινήματος.
∙         1857: Η πρώτη απεργία γυναικών εργατών.
∙         1888: Πρωτοεμφανίζεται το Διεθνές Συνέδριο Γυναικών στην Ουάσιγκτον.
∙         1910: Καθιέρωση της παγκόσμιας γιορτής της αγωνιστικής μέρας των γυναικών την 8η Μαρτίου.
∙         Κατά τον 20ο αιώνα ιδρύονται πολυάριθμοι φεμινιστικοί σύλλογοι σε όλο τον κόσμο και γενικά το φεμινιστικό κίνημα γίνεται όλο και περισσότερο ευρέως αποδεκτό και αρχίζει να επιτυγχάνει τις επιδιώξεις του.

Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα
Στις 8 Μαρτίου του 1887 κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο της «Εφημερίδος των Κυριών» από την πρώτη ελληνίδα φεμινίστρια την Καλιρρόη Σιγανού Παρρέν, που ταυτόχρονα υπήρξε και η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος. Στο μεταξύ η Καλιρρόη Παρρέν διδάσκει και στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Αδριανούπολη της Θράκης, απ’ όπου αρχίζουν διάφορα φεμινιστικά κινήματα, που μετέπειτα έρχονται στην Αθήνα. Έχουν αρχίσει  να λειτουργούν γνωστά παρθεναγωγεία που στόχο έχουν τη μόρφωση των Ελληνίδων. Όμως σ’ αυτά σπουδάζουν μόνο τα πιο εύπορα κορίτσια των ‘’καλών’’οικογενειών. Κατανοώντας το πρόβλημα αυτό και ρίχνοντας μια ματιά στο μέλλον, η Παρρέν ιδρύει το 1890 το Σχολείο της Κυριακής, για τις αγράμματες και άπορες γυναίκες, ενώ το 1911 πρωτοστατεί στην ίδρυση του Λυκείου των Ελληνίδων.3



Στις 10 Μαρτίου 1944 ιδρύθηκε η  ΠΕΕΑ με στόχο την ανάδειξη εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων στις επαρχίες της Ελεύθερης τότε Ελλάδας. Ορίστηκε ότι στις εκλογές αυτές θα έπαιρναν ισότιμα μέρος και οι γυναίκες. Εκλέχτηκαν πέντε γυναίκες εθνοσύμβουλοι σε σύνολο 207 ] Είχε γίνει σίγουρα μία καινούργια αρχή!